Σύντομα και γελαστά

pre

Από το τελευταίο ποστ μπήκαν στο μπλογκ 163 άτομα. Άντε, βγάλε 1-2 που μπήκαν από το Καζακστάν (wtf?), άρα 160.

Από τον Ιανουάριο η ζωή μου άλλαξε άρδην. Είμαι εκπαιδευόμενος copywriter με όνειρο να αλλάξω καριέρα και να γίνω mad man μίας διαφημιστικής που θα πληρώνει όσο όσο για να σκέφτομαι όπως σκέφτομαι. Σε έξι μήνες μπορεί να είμαι κι εγώ στην Αθήνα, να αγχώνομαι μαζί σας για το μετρό, να μην βρίσκω ένα πάρκο να βγάλω βόλτα το σκύλο, να δουλεύω κι εγώ 12ωρα, να μην έχω χρόνο για τίποτα άλλο πέρα από τις διαφημίσεις που θα αλλάξουν τον κόσμο.

Αυτό όμως δεν είναι το θέμα αυτού του ποστ. Το είπα απλώς για να ενημερώσω τον μοναδικό ίσως επισκέπτη αυτού του ανάρπαστου μπλογκ.

Στα άλλα νέα της ημέρας, πριν δύο εβδομάδες έμαθα ότι η ζαργάνα μου είναι έγκυος. Κι όχι μόνο αυτό! Μετά από 3 μέρες έμαθα ότι η ζαργάνα θα αποβάλλει.

Κι έρχομαι λοιπόν να ρωτήσω: 160 μαλάκες που μπήκαν εδώ μέσα και διάβασαν το πλάνο μου να κάνω παιδί, γιατί κανείς δε μπήκε στον κόπο να μου μιλήσει για την χοριακή; Θεε μου τι θρίλερ ήταν αυτό?! Θα διπλασιαστεί η χοριακή; Θα αυξηθεί λιγότερο; Περισσότερο; Πως είναι η χοριακή;

Κάθε μέρα το πιτσιποπάκι μου έδινε αίμα για χοριακή, ώστε να δούμε την πρόοδο της ορμόνης, κι εγώ της έλεγα «βάλε τα δυνατά σου! Αν δεν διπλασιαστεί ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ να γυρίσεις σπίτι». Tough Love. Ήλπιζα πως έτσι θα την κάνω να προσπαθήσει να αυξήσει την ορμόνη, αλλά δεν τα κατάφερε. Κι έτσι, λίγες μέρες μετά μάθαμε ότι το μικρούλι δεν έχει ελπίδες, κι ότι θα εγκαταλείψει τον μάταιο ετούτο κόσμο πριν καν τον δει.

Το πενθήσαμε όπως άρμοζε. Κλειστήκαμε στο σπίτι, κατεβάσαμε πατζούρια, «δεν ήθελ’ άνθρωπο να δει». Κουβέντα στην κουβέντα, το εμπεδώσαμε το νέο κι έτσι είμαστε καλύτερα. Της έδωσα βέβαια να καταλάβει ότι ήταν ξεκάθαρα δικό της λάθος κι ότι αυτή φταίει αποκλειστικά, και αυτή το πήρε γι’ αστείο και γελούσε, θεέ μου πόσο γελούσε! Και κάπως έτσι, με γέλιο, ξεκινάμε πάλι από το μηδέν.

Βασικά, ξεκινάμε υπό το μηδέν, μιας και αυτή τη στιγμή που σου γράφω, ακόμα δεν έχει έρθει η αποβολή και περιμένουμε. Η ζαργάνα μου είναι έγκυος χωρίς να είναι έγκυος, όμως το διαχειριζόμαστε -νομίζω- μια χαρά. Απλώς η άγνοιά μας για τα θέματα της εγκυμοσύνης ήταν μνημειώδης! Χοριακή. Εξωμήτρια. Βιοχημική. Παλίνδρομη. Όλα αυτά μας κατέκλυσαν μέσα σε 3 μέρες!

Όσο το συζητούσαμε με άλλους, μεγαλύτερους ή μικρότερους, βλέπαμε ότι σχεδόν κάθε ζευγάρι είχε περάσει κάτι αντίστοιχο. Τι ταμπού είναι αυτό; Βαγγελίστρα μου! Επιπλέον, κάναμε το τεράστιο λάθος και μπήκαμε στο ίντερνετ να διαβάσουμε, για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε τι μας συμβαίνει και τι σημαίνει χαμηλή χοριακή και μπλα μπλα. Και πέσαμε πάνω σε εμπειρίες άλλων γυναικών, που ένιωθες τον πόνο τους με έναν κάπως άβολο τρόπο. Για παράδειγμα μία κοπέλα έγραφε κάτι του τύπου «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑααααααααααααα δεν ανέβηκε η χοριακή σβήνω πεθαίνω». Οκ, ίσως λίγο drama queen, εξωτερικεύει τον πόνο της, I am not judging. Όμως συνετίσου κουκλίτσα μου, εντάξει, συμβαίνουν αυτά. Άλλη: «Κορίτσια όταν η χοριακή μειώνεται, σημαίνει ότι πάει καλά;». Ε όχι μωρή φακλάνα, διάβασε λίγο περισσότερο να δεις ότι δεν είναι καλά νεά! «Κορίτσια εχτές έκανα σεξ και σήμερα νιώθω κάτι πονάκια χαμηλά αριστερά δεξιά πάνω όλο ευθεία και εκεί θα δεις ένα φανάρι. Στρίψε δεξία και θα βγεις στην εθνική για Ρέθυμνο».

Μμμμμάλιστα. Πέρα από όσα μάθαμε από την εμπειρία μας, επιβεβαιώσαμε το ότι δεν πρέπει ποτέ να μπαίνεις στο ίντερνετ για ιατρικούς λόγους.

Ας είναι. Αυτά τα νέα του τελευταίου 4 μήνου. Ελπίζω εσύ τουλάχιστον να είσαι καλύτερα. Εις το επανιδείν!

Advertisements

Νέο ξεκίνημα

f

Πάντα ήμουν αναβλητικός. Ενθουσιώδης και αναβλητικός. Ενθουσιώδης, αναβλητικός, και έχανα εύκολα το ενδιαφέρον μου. Έτσι, ενώ όλη μου η ύπαρξη ενθουσιάζεται με μία νέα ιδέα, την αναβάλλω γιατί θέλει κόπο η υλοποίησή της. Όταν τελικά το παίρνω απόφαση, όλη μου η ύπαρξη αφιερώνεται στην υλοποίηση. Κι όταν πια δω ότι μπορώ να το υλοποιήσω μια χαρά, και δεν υπάρχει πια καμία πρόκληση, τα παρατάω.

Αυτό το μπλογκ βέβαια δεν ήταν ένα από αυτά τα πράγματα. Το ξεκίνησα χωρίς να με ενθουσιάσει απαραίτητα, και σίγουρα χωρίς να αφιερώσω όλη μου την ύπαρξη. Ήταν, για αρκετό καιρό, ένας μοναδικός τρόπος έκφρασης κι έτσι ξέφευγε από το πλαίσιο της νέας ιδέας. Η αφορμή ήταν η φύση της σχέσης μου με την ζαργάνα, η οποία άλλαζε και από το φάσμα της φιλίας μπήκε στο φάσμα του αυτισμού του έρωτα. Τι καλύτερη αφορμή για να ξεκινήσεις ένα μπλογκ;

Τότε, το 2007, η κοινότητα του blogging ήταν ακόμα δυνατή. Κι ήταν αυτή η κοινότητα, που πυροδοτούσε παραπάνω κείμενα. Το 2008-2009 εξαφανίστηκαν όλοι, κι έτσι αναρωτήθηκα αν γράφω για τους άλλους ή για μένα. Σε κάθε περίπτωση, σταμάτησα να γράφω μιας και χάθηκε ένα από τα κίνητρα (η κοινότητα). Άρχισαν όλοι να γράφουν για επικαιρότητα ή συνταγές. Λες και δεν είχαν ζωή πια. Λες και το φαί και τα νέα της ημέρας καθορίζουν τη ζωή τους.

Οκ, εντάξει, την καθορίζουν. Το φαγητό είναι λαγνεία, το κατανοώ. Αλλά που πήγαν όλοι αυτοί που έγραφαν για τη ζωή τους; Τι τους συνέβη; Τα έλυσαν όλα; Βρήκαν τις απαντήσεις τους; Δεν έχουν άλλους προβληματισμούς; Και δεν τους συμβαίνει πια τίποτα άξιο αναφοράς; Ήταν το τέλος μίας εποχής λοιπόν.

Πέρασαν τα χρόνια κι εγώ εξακολούθησα να γράφω, ιδιωτικά πια. Έγραψα 5-6 κείμενα για κάποιους άλλους, που μπορείς να τα βρείς στο frapress. Δεν έχει σημασία βέβαια, μιας και εγώ για μένα σταμάτησα να γράφω δημοσίως.

Οπότε, μιας και η κοινότητα του blogging σταμάτησε, και σιγά σιγά ανεβαίνει η κοινότητα του Vlogging, αποφάσισα να κάνω ένα νέο ξεκίνημα. Να μεταφερθώ στο youtube και να ξεδιπλώσω την τεράστια προσωπικότητά μου ΚΑΙ σε βίντεο. Η αφορμή;

Αυτή τη φορά η αφορμή είναι ένα παιδί. Το δικό μου παιδί. Δεν έχει έρθει ακόμα. Κάποια μέρα θα έρθει όμως, θέλω να ελπίζω. Αλλά σε αυτό θα απευθύνομαι. Με χιούμορ και με λίγο συναίσθημα για να ανταποκριθεί ο μέσος θεατής, που την θέλει την κλάψα του.

Ποιος να το περίμενε, πριν 10 χρόνια ξεκίνησα αυτό το μπλογκ ως φοιτητής, καψούρης με την φίλη μου, και τώρα σκέφτομαι να ξεκινήσω ένα vlog για/προς το παιδί μου μαζί της (ας ελπίσουμε ότι θα είμαστε αρκετά τυχεροί για να το αποκτήσουμε). Πολύ περίεργο.

Αυτό εδώ το μπλογκ βέβαια, θα παραμείνει. Ακόμα και με ένα ποστ το χρόνο. Όταν τα κείμενά σου δεν τα διαβάζει κανείς, you might as well do that in public. Οπότε, δημοσίως πια, τα κείμενά μου θα τα διαβάζω μόνο εγώ!

In good times and in bad

5Επιστρέφω μετά από ενάμιση χρόνο, για να μιλήσω κάπου. Όλο αυτό το διάστημα γράφω κάπου αλλού, έχω γίνει φίρμα και μοιράζω αυτόγραφα. Παρόλα αυτά, δε νιώθω τόσο ο εαυτός μου όταν γράφω εκεί οπότε είπα να θυμηθώ από που ξεκίνησα, κι έτσι βρέθηκα ξανά στην παλιά μου γειτονιά. Η ζωή μου πήρε την ανιούσα έκτοτε.

Λίγο μετά το τελευταίο ποστ, το Νοέμβριο του 2013 αρχίσαμε να ψάχνουμε σπίτι με τη ζαργάνα για να συγκατοικήσουμε. Το βρήκαμε σε δύο εβδομάδες και το ’13 περάσαμε τα πρώτα μας χριστούγεννα στο βασίλειό μας των 50 τετραγωνικών. Όλα τέλεια με τη συγκατοίκηση και τη Νέλλη, την υπερκοινωνική μας σκύλα. Το σπίτι, αν και μικρό, είναι κοντά στο κέντρο αλλά περιτριγυρισμένο από δέντα και εξοχή, ευήλιο, με ωραία θέα και ελάχιστες ντουλάπες. Η ζαργάνα αποδεικνύεται ταλέντο στη μαγειρική και εγώ ταλέντο στο κάθισμα στον καναπέ. Βόλτα το σκύλο 2-3 φορές τη μέρα, εβδομαδιαίες έξοδοι, η ζωή κυλάει ωραία μέσα στο πρώτο εξάμηνο. Ωραίες γεύσεις, ωραίες μυρωδιές, λουλούδια έκπληξη, πολλά βιβλία στη βεράντα…

Τόσο ωραία περνούσαμε στη συγκατοίκηση που αποφάσισα να της κάνω πρόταση γάμου. Την πήγα στον άγιο νικόλαο, της είπα να βουτήξει, ακολούθησα εγώ με το δαχτυλίδι που είχα αγοράσει 2 βδομάδες πριν περασμένο στο δάχτυλό μου, αναδύθηκα με ανιστόρητη ομορφιά και της πέταξα την ερώτηση. Και απαντάει η γλυκιά μου «μα τι έχεις πάθει και με ρωτάς συνέχεια»; Μην τα πολυλογώ, είπε ναι (σιγά την έκπληξη) και περάσαμε ένα διήμερο ονειρεμένο. Πήραμε τους φίλους μας τηλέφωνο, πήραμε τους γονείς μας, χαρά παντού, όλος ο άγιος νικόλαος χαιρόταν.

Τον Οκτώβρη του ’14 αποφασίσαμε να παντρευτούμε τον Ιούλιο του 2015, κλείσαμε μπάντες, κλείσαμε κέντρα κι εκκλησίες, το ψάξιμο πήγαινε καλα, μέχρι που μας άφησε ένας θείος, παραμονή πρωτοχρονιάς. Περνάει ο καιρός και μας αφήνει κι άλλος θείος. Και πριν 4 μέρες «έφυγε» και η μαμά της, μία υπέροχη γυναίκα, βγαλμένη από άλλη εποχή. Η κυρία Ελένη.

Αυτές τις μέρες λοιπόν, που συγκατοικώ με τη ζαργάνα, το μπαμπά και τον αδερφό της, απλώς συμπαραστέκομαι και προσπαθώ να τους κάνω να ξεχαστούν. Η ζαργάνα μου είναι χάλια και εγώ ανήμπορος να την κάνω να ξεχαστεί. Πετάει ατάκες που μου παγώνουν το αίμα, αν και να σου πω την αλήθεια, πρέπει να το περιμένει κανείς αυτό από έναν άνθρωπο που πενθεί. Το οικογενειακό τους σπίτι είναι άνω κάτω, είναι παραγεμισμένο από πράγματα που άρεσαν στη μαμά. Της είχε πάρει κάποτε ένα μαγνητάκι ψυγείου η ζαργάνα, που έγραφε κάτι του στυλ «όποτε σου λείπω να σκέφτεσαι…». Η κεντρική ιδέα ήταν να βάλεις κάτω από το μαγνητάκι ένα χαρτάκι που να σου θυμίζει κάτι για τον άνθρωπο που στο έδωσε. Η κυρία Ελένη είχε βάλει ένα χαρτάκι που έγραφε με πελώρια γράμματα τη λέξη «κολλύριο». Δηλαδή, όποτε σου λείπω να σκέφτεσαι ΚΟΛΛΥΡΙΟ. Κι άμα δεν ξεπεράσεις κάποιον έτσι, πως θα τον ξεπεράσεις;

Όταν πηγαίναμε στο γυμνάσιο, είχα κάνει δώρο στη Μαρία μία γιγαντοαφίσα με ένα σκύλο και μία γάτα που κάθονται αντικριστά και κοιτάζονται, και της είχα πει ότι ο σκύλος και καλά είμαι εγώ και η γάτα εσύ. Άρεσε πολύ στη Μαρία, κι έτσι όλα τα σχολικά χρόνια η αφίσα ήταν πάνω από το κρεββάτι της. Στις πρώτες φοιτητικές διακοπές, γυρίζει η ζαργάνα και βρίσκει την αφίσα κομμένη στα δύο. Την είχε σκίσει η κυρία Ελένη επειδή δεν της άρεσε η γάτα, αλλά ο σκύλος ήταν ωραίος, είπε, κι ήθελε να τον κρατήσει. Κι έτσι έμεινε ένας σκύλος να κοιτάζει την έξοδο του δωματίου.

Πάντα όταν με έβλεπε, χάιδευε τα μαλλιά μου και μου έλεγε, Ιωάννη, μην τα κόβεις τα μαλλάκια σου, είναι πολύ ωραία μακρυά. Το κουλό είναι ότι δεν τα είχε δει ποτέ μακρυά, αφού ποτέ δεν τα άφησα. Και πέρυσι το καλοκαίρι, όταν πρωτογνωρίστηκαν τα σόγια μας και δεν ηξερε ακόμα ότι τα ξαδέρφια μου με δουλεύουν αδιαλείπτως, ξεσπάθωσε με έναν ξάδερφο: «Λίγα τα λόγια σου για το Γιάννη μας». Γελάσαμε όλοι γιατί μόνο αυτή δεν είχε αντιληφθεί το κίνητρο του ξαδέρφου, να προκαλέσει γέλιο (εις βάρος μου μεν, καλοπροαίρετα δε).

Κάθε καλοκαίρι κατέβαιναν οι φίλες της ζαργάνας και περνούσαν τις διακοπές τους στην Κρήτη, μαζί μας. Έμεναν πάντα στο σπίτι της ζαργάνας και, όποτε ετοιμαζόντουσαν για βραδινή έξοδο, άπλωναν τα ρούχα τους στο κρεββάτι για να διαλέξουν τι θα βάλουν. Έμπαινε μέσα η υπέροχη κυρία Ελένη, και μέσα σε δύο λεπτά είχε πει τη γνώμη της για όλα τα outfits, με ένα χαμόγελο που απέκλειε οποιοδήποτε κίνητρο κακόπιστου κουτσομπολιού, ή γυναίκας που βγάζει συμπεράσματα γενικότερα. Σαν παιδί: «όχι αυτό μπέτυ μου, αυτό είναι κοντό… και μαρία μου, όχι αυτό, σε παχαίνει πολύ κορίτσι μου.. Κωνσταντίνα μου με τίποτα, δε μου αρέσει καθόλου, βγάλτο αυτό». Έλεγε εξίσου αυθόρμητα και την καλή της γνώμη.

Με είχε πάρει τηλέφωνο πριν κάποιους μήνες να μου πει ότι προσευχόταν μέρα-νύχτα να βρω δουλειά. Μου έλεγε για πολλή ώρα πόσο προσευχόταν, που ένιωσα άβολα, δεν ήξερα αν μου έπιανε απλώς την κουβέντα ή αν ήθελε να με προσηλυτήσει σε κάποια αίρεση. Μετά από κάποια πεντάλεπτα εξιστόρησης προσευχών και αναφοράς στους αγίους, φτάσαμε στο ψητό. Τώρα που εισακούστηκαν οι προσευχές, δεν είναι λίγο «άκομψο» να μην έχουμε μία εικόνα αγίου στο σπίτι; «Και να, έδωσα μία εικόνα στη ζαργάνα και δε θέλει να τη βάλει λέει στο σπίτι σας, αλλά σου λέω αλήθεια, είναι μία πάρα πολύ όμορφη εικόνα. Όχι, όχι, δεν είναι εικόνα! Στολίδι είναι! Πες της βρε Γιάννη να τη βάλετε κάπου… Να, εκεί δίπλα στο παράθυρο στο καθιστικό ο τοίχος έχει ένα καρφί αλλά είναι άδειος, εκεί να τον βάλετε τον άγιο να μην είναι άδειος και ο τοίχος».

Είναι χαζό, και ίσως λίγο άδικο να προσπαθήσεις να χωρέσεις έναν άνθρωπο σε μερικές παραγράφους. Μα δεν το κάνεις γι’ αυτόν, το κάνεις για σένα. Και μιας και αυτό το μπλογκ ανέκαθεν εξυπηρετούσε τις συναιθηματικές μου ανάγκες, είπα να επιστρέψω να αποθέσω κι άλλο ένα κείμενο. Έλεγα πως θα επιστρέφω συχνότερα, αλλά μπα. Μία στο τόσο. Ίσα ίσα για να μην είναι άδειος ο τοίχος.

ΥΓ: Αποτυχημένη η προσπάθεια να κλείσω δακρύβρεχτα με δυνατούς λυγμούς.

ΥΓ2: Τελικά παντρευτήκαμε, περάσαμε τέλεια, ο κοντός ήταν κουμπάρος, είμαστε όλοι στη φωτό, μπορείτε να μας βρείτε όλους στα Χανιά. Το κείμενο είναι γραμμένο από Μάρτιο μέχρι και σήμερα, Οκτώβρη 2015. Το λέω για να καλύψω τα κενά που, αν είσαι έξυπνος, σίγουρα σου άφησα.

11811344_391189727747394_8497361508787912639_n

Σημειώσεις

Alber Kami

Αγόρασα ένα ακόμη τετράδιο πριν τρεις μέρες για να σημειώνω πράγματα που σκέφτομαι.Είναι πολύ σημαντικά αυτά που σκέφτομαι. Είναι τόσο όμορφες ιδέες, μιλάμε για προηγμένη φιλοσοφία. Από την άλλη, σκέφτομαι τόσο σπασμωδικά που δεν προλαβαίνω να αναλύσω τις σκέψεις μου κι έτσι αυτές οι εκλάμψεις σοφίας καταλήγουν στα αζήτητα. Αποφάσισα λοιπόν, για πολλοστή φορά, να πάρω ένα σημειωματάριο και να γράφω τις σκέψεις που θα αλλάξουν τον κόσμο. Στην πράξη, για ακόμα μία φορά, βρήκα κωλύματα. Την πρώτη φορά ήμουν για καφέ με μία παρέα. Κι εκεί που ήμουν το επίκεντρο της παρέας και ταυτόχρονα στο μυαλό μου διαμόρφωνα το δοκίμιο που θα λύσει όλα τα προβλήματα των ανθρωπίνων σχέσεων μια για πάντα, έβγαλα το τετράδιο για να σημειώσω την πρόοδό μου, την παγκόσμια πρόοδο της φιλοσοφίας, την σκέψη μου. Οι αντιδράσεις ήταν καταιγιστικές: Τί κάνεις ρε μαλάκα; Τί κάνει αυτός εκεί; Ρε πας καλά; χάιντε χάιντε, την είδες καλλιτέχνης ρε ψωνισμένε; κι άλλες τέτοιες εκδηλώσεις λατρείας. Αντιδρούσε η παρέα που σταμάτησα να είμαι το επίκεντρο. Για να τους κάνω τη χάρη, από εκεί και πέρα σημειώνω κωδικά και σύντομα τις σκέψεις μου, ώστε όταν έρθει η στιγμή να επεκταθώ διηγηματικά, να έχω υλικό. Οπότε σήμερα, που δεν έχει πολλή δουλειά, έπιασα να δω τί έχω γράψει. Είπαμε είναι καινούριο τετράδιο, οπότε στην πρώτη σελίδα έχω σημειώσει 7 μπούλετ πόιντς. Μεστός και περιεκτικός.

«Αρχικά παραγράφων». Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ. Τί εννοούσα; Τί μεγαλειώδη σκέψη να έκανα; Και πώς κατάφερα να την χωρέσω σε δύο μόνο λέξεις; Στο σημείο αυτό να σε ενημερώσω ότι αποφάσισα εκτός από ανερχόμενο ιρεζίσταμπλ διευθυντικό στέλεχος μίας τεράστιας πολυεθνικής με έδρα σε ένα χωριό της Κρήτης, να είμαι και βασανισμένος εκκολαπτόμενος συγγραφέας. Θα είμαι καλλιτέχνης κι ας μου πάνε τα κοστούμια.Το πρωί ο Τσακ Μπας και το βράδυ ο Κούντερα. Στο πιο σέξι.

Πριν δύο μέρες είχα βγει με τη ζαργάνα και τον κοντό. Εκεί που τους συγκλόνιζα με ανεπανάληπτες θεωρίες που πλέον έχω ξεχάσει γιατί δεν τις σημείωσα, ο μπαρτέντερ μας λέει πως είμαστε πολύ ωραίο ζευγάρι με τη ζαργάνα. Μετά από λίγο, ο κοντός και η ζαργάνα πήγαν μαζί τουαλέτα, λογικά για να συζητήσουν πιο ήσυχα αυτά που τους έλεγα νωρίτερα. Είναι λίγο χαζούληδες και θέλουν το χρόνο τους. Χωρίς δεύτερες σκέψεις εγώ συνέχισα να πίνω το ποτό μου, γοητευτικός και μόνος. Πλησιάζει ο μπαρτέντερ και μου λέει «είσαι κύριος. Είσαι πολύ σωστός κύριος» κι εγώ του απάντησα βραχνά «ε, εντάξει, απλώς έχω τακτ». Εγώ κατάλαβα ότι εννοούσε τους ωραίους μου τρόπους με τη ζαργάνα. Συνεχίζει αυτός και μου λέει «είσαι μωβ» και απομακρύνεται. Τον ρώτησα τί εννοεί και μου είπε ότι «είσαι μωβ. Το τελευταίο χρώμα που αντιλαμβάνεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος». Κι ενώ ο κοντός αργότερα μου είπε ότι έπρεπε να απαντήσω «Δε σφάξανε!!! Είμαι καθαρό κοραλλί» ή κάτι σε κοκκαλί, εγώ χάρηκα που μιλούσαμε για μένα με τον μπαρτέντερ. Του είπα «Δεν καταλαβαίνω». Μου είπε λοιπόν να ψάξω κάτι ίντιγκο και τέτοια, αλλά εγώ με μαύρη μαγεία δεν ανακατεύομαι.

Το δεύτερο μπούλετ πόιντ λέει «χαλάρωση και σεξ». Εδώ έχω πρόβλημα. Δεν θυμάμαι πότε το έγραψα, γιατί το έγραψα, τί εννοούσα. Εννοούσα χαλάρωση αντί για σεξ; Σεξ ενώ χαλαρώνω; Χαλαρωτικό σεξ; Για να το σημειώσω εγώ πάει να πει ότι είχα να πω κάτι οικουμενικά πολύ προχωρημένο. Αλλά τί; Κενό. Θα μείνετε όλοι στο σκοτάδι επειδή η παρέα μου παρεξηγήθηκε που έβγαλα σημειωματάριο την ιερή στιγμή του καφέ. Τα παράπονά σας στον κοντό. Τα υπόλοιπα μπούλετς θα τα διαβάσετε στο βιβλίο μου, το οποίο θα αντικαταστήσει την Βίβλο και τον τσελεμεντέ. Κάθε σπίτι, κάθε εκκλησία, κάθε επιβάτης στα ΜΜΕ θα έχει κι από ένα αντίγραφο. Μία νέα σελίδα για την ανθρωπότητα. Στο εξώφυλλο θα είμαι εγώ, με ένα μαύρο ζιβάγκο και ένα στριφτό στο χέρι, ασπρόμαυρη φωτό, απλή και ανεπιτήδευτη. Προσωρινός τίτλος: «Μάθε να σκέφτεσαι. Βλάκα.»

Μεγάλο κεφάλαιο του βιβλίου θα είναι οι ερωτικές σχέσεις. Οι δικές σας ερωτικές σχέσεις. Οι καθημερινές, οι ρεαλιστικές, οι πέρα για πέρα αποτυχημένες σχέσεις σας. Και οι ταραχώδεις σας προσπάθειες να τις φτιάξετε, να συμπλεύσετε με τον σιγκνίφικαντ άδερ σας, να τον αλλάξετε, να τον βαρεθείτε και να τον αντικαταστήσετε. Μία τύπισα στο τουίτερ έγραψε: έρωτας είναι να μη θυμάσαι πως ήταν πριν τον γνωρίσεις. Φτωχό μου κορίτσι. Είσαι μία ακόμη που μπορεί να επωφεληθεί όχι μόνο από το βιβλίο μου, αλλά και από οποιαδήποτε αμερικανική κομεντί. Μυαλό κουκούτσι. Έρωτας είναι να μη θυμάσαι πως ήταν πριν τον γνωρίσεις. Που σημαίνει πως, μη-έρωτας είναι να θυμάσαι πως ήταν πριν τον γνωρίσεις. Ακούς; Θυμάσαι πως ήταν πριν τον γνωρίσεις. Έχουμε μία στόλκερ ανάμεσά μας.

Εννοείται ομορφιά μου πως δεν είναι όλα θέμα λογικής. Σίγουρα όχι της δικής μου λογικής. Γι’ αυτό προσπαθώ να σας εξηγήσω.  Να εξηγήσω εσάς, όχι σε εσάς, πανίβλακα. Αν δεν καταλάβω κάτι δεν μπορεί και να μου αρέσει. Κι έτσι, σε όλες μου τις σχέσεις, προσπαθώ να εκλογικεύσω αντιδράσεις. Κι αν εμένα με βολεύει, δε σημαίνει ότι μπορώ (αν και θα το ήθελα) να το επιβάλλω στους άλλους. Βλέπω όμως γύρω μου το αντίθετο. Κανείς δεν προσπαθεί να καταλάβει κανέναν. Βιαστικές επιλογές και βιαστικά συμπεράσματα. Σαν να αρέσει στον κόσμο να παραπονιέται για τις σχέσεις του, να νιώθει ριγμένος, θιγμένος. Αλλά δε θα σας κουράσω άλλο ομορφιές μου. Κάντε ό,τι θέλετε. Εγώ μόνο θα σας κατακρίνω, τίποτα χειρότερο.

Τώρα αυτό, πώς να σ’το πω;

Γεννήθηκες σε ένα φυσιολογικό περιβάλλον. Αν έχεις διαβάσει έστω και ελάχιστα οτιδήποτε που έχει να κάνει με ψυχολογία, θα έχεις συνειδητοποιήσει ότι οι γονείς σου σε καταστρέψανε. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους.

Μεγαλώνοντας, δέχεσαι πολλά κοινωνικά ερεθίσματα. Τί είναι σωστό να είναι κανείς, πώς πρέπει να εξελίσσεται, πώς πρέπει να είναι μία σχέση. Επειδή ήσουν λίγο διαφορετικος από τους άλλους, λάμβανες περισότερα ερεθίσματα. Από τη μία πλευρά ήταν τα κοινωνικώς αποδεκτά, από την άλλη ήταν αυτά που έβλεπες μέσα στο σπίτι σου. Τις περισσότερες φορες, επειδή ήσουν τυχερός, ήταν αντιφατικά τα ερεθίσματα αυτά. Αλλά επειδή ήσουν άτυχος, ή δεν αγαπήθηκες πολύ από τους γονείς σου, ή αγαπήθηκες πάρα πολύ, ή αγαπήθηκες με τρόπο που δε μπόρεσες να κατανοήσεις ποτέ.. με λίγα λόγια κατέληξες να νιώθεις πως σου λείπει η αγάπη έτσι όπως τη χρειάζεσαι. Αν είσαι άντρας, το οιδιπόδειο σε έχει καταστρέψει. Αν είσαι γυναίκα σε έχει καταστρέψει το σύνδρομο της Ηλέκτρας -νομίζω.

Γίνεσαι ενήλικας, τα λάθη που έκανες στην εφηβεία σου στις σχέσεις είναι φανταχτερά, λίγο ντρέπεσαι, λίγο νιώθεις περήφανος που τα έκανες. Ό,τι και να είναι, ξέρεις ποια ήταν τα λάθη σου. Μεγάλωσες και δεν θα τα ξανακάνεις. Μπαίνεις για πρώτη φορά σε μία νορμάλ ριλέιονσιπ. Οι πατέρες της ψυχολογίας, και ο ψυχολόγος της γειτονιάς (αν ήσουν τυχερός) σε έχουν μάθει πολλά πράγματα, τα οποία ξερνάς με κάθε ευκαιρία για να εμπεδώσουν οι παρευρισκόμενοι την συναισθηματική σου νοημοσύνη. Είναι για σένα το υψηλότερο είδος νοημοσύνης και είσαι τόσο περήφανος που έχεις γίνει τόσο έξυπνος. Αλλά, το έξυπνο πουλί..

Βάζοντας τον εαυτό σου στο μεγεθυντικό φακό βλέπεις μία σαπίλα. Κι όποιος σε ξέρει τη βλέπει κι αυτός. Οι προηγούμενες σχέσεις σου και η σχέση σου με τη μαμά-μπαμπά σε έχει διαμορφώσει, και δυστυχώς όσο περνάει ο καιρός και δε λύνεις τα θέματα μέσα σου τόσο αυτά επανέρχονται. Η νορμάλ ριλέισονσιπ δεν είναι νορμάλ πια. Αρχικά εκπλήσσεσαι με την τροπή που πήρε. Εγώ, που είμαι τρομερά ευφυής, όπως και να το κάνουμε, το έβλεπα το πράμα. Αν όλες σου οι σχέσεις ακολούθησαν το μοτίβο ο μπαμπάς/μαμά με είχε σε απόσταση, ο/η πρώην δε με αγαπούσε όπως ήθελα.. δεν είναι αναμενόμενο να μη μπορείς να διαχειριστείς μία λόου προφάιλ αγάπη; Και τότε τί κάνεις; Αρχίζεις να βρίσκεις αφορμές, σκαρφίζεσαι δυσκολίες, αναγκάζεις τον άλλον να χάσει το βάθρο πάνω στο οποίο τον είχες βάλει εσύ ο ίδιος στο μυαλό σου. Αποφασίζεις να χωρίσεις, γιατί έτσι έχεις μάθει, δεν αντέχεις, δεν μπορείς να διαχειριστείς τόση συμβατική αγάπη. Είναι πολύ λίγες οι εντάσεις σε σχέση με αυτό που έχεις συνηθίσει. Το χειρότερο από όλα όμως είναι ότι συνειδητοποίησες ότι αυτό που ζητάς από τον αλλον είναι να σ’αγαπάει όχι όπως θες, γιατί είσαι τόσο μπερδεμένη που δεν ξέρεις κι εσύ ο ίδιος με ποιο τρόπο θες να σ’αγαπούν. Ξέρεις πως πρέπει να σ’αγαπούν, ξέρεις το σωστό τρόπο, αλλά ανταποκρίνεσαι πλέον μόνο στον τρόπο που ξέρεις. Κι αυτός είναι ο αποστασιοποιημένος. Ο τρόπος αυτός απαιτεί από τον αλλον να σε διεκδικεί, μέσα από εντάσεις να αποδεικνυει στιγμιαία την αγάπη του, κι εσύ, σαν να παίρνεις τη δοση σου, μπορείς να αντέξεις με τη χειρονομία αυτή για πολύ καιρό, πάρα πολύ καιρό, μέχρι να τα ξανακάνεις όλα πουτάνα.

Για να γίνει αυτό, προκαλείς χωρισμό, και στο βωμό της συναισθηματικής ειλικρίνειας λές πράγματα ανείπωτα, πληγώνεις αυτόν που αγαπάς, αυτόν που θες να σε διεκδικήσει, του λές πράγματα φρικτά. Τον προκαλείς, του λές πως πρέπει να ξέρει το λόγο που τον χωρίζεις και με αυτόν τον τρόπο εσύ δημιουργείς μία άψογη δικλίδα ασφαλείας. Από τη μία, αν σε διεκδικήσει, ξέρεις πως σ’αγαπάει πολύ. Αν, δε, σε διεκδικήσει με κινηματογραφικό πείσμα, ακόμα καλύτερα. Από την άλλη, αν είναι τελειωτικός ο χωρισμός, επειδή αυτός έμαθε με άλλο τρόπο να αγαπά, με τρόπο που ουδέ μία σχέση έχει με τον δικό σου, αν είναι έτσι λοιπόν, αν σε ξεφτιλίσει επειδή είσαι σκάρτος, εσύ έχεις ήδη τη συνείδησή σου καθαρή, γιατί δεν είπες ψέμματα. Γιατί, είπες την αλήθεια, γιατί ήσουν ειλικρινής και δεν είπες ψέμματα. Μπορεί να τον πλήγωσες τον άλλον, αλλά εσύ στο μυαλό σου είσαι άκρως ηθικός και πιστός στις αρχές σου. Την εξής μία: την ειλικρίνεια.

Κατάφερες λοιπόν να κοροιδέψεις τον άλλον και τον εαυτό σου με εξαιρετική ευκολία. Κι αυτό σε κάνει από τη μία να νιώθεις ένοχος, από την άλλη όμως σε κάνει να νιώθεις ανώτερος, νιώθεις μία μικρή αλαζονεία που μπορείς και χειρίζεσαι τα συναισθήματα των άλλων και τα δικά σου με τόση ευχέρεια. Αυτό δεν είναι άλλωστε η συναισθηματική νοημοσύνη για την οποία καμαρώνεις; Πρέπει να καταλάβεις πως υπάρχει πρόβλημα. Συναισθηματικά είσαι άτομο με ειδικές ανάγκες και με ειδικές ικανότητες. Συναισθηματικός αυτισμός είναι αυτό. Κι εσύ δεν το ξέρεις. Κι έχει ήδη πάρει σειρά ο επόμενος.

Χακί χρόνο να ‘χεις

Πάει και το χακί, το αφήσαμε πίσω μας, τα καταφέραμε, επιβιώσαμε. Πήρα τα μαθήματά μου από το τεράστιο αυτό σχολείο, θεός να το κάνει.

Η ζαργάνα πάντα εκεί, να υπομένει τις κρισάρες μου και την γκρίνια μου. Ήμουν πολύ γαιδούρι ξέρεις, όταν δεν ήμουν καλά είχα την απαίτηση να με ακούσει, ενώ όταν ήμουν καλά είχα την απαίτηση να γελάει κι αυτή. Έτσι έγινε και τώρα ψάχνω λευκό και μαύρο μάρμαρο να της φτιάξω το δικό της ταζ μαχάλ. Ακόμα κι ένας άνθρωπος σαν εμένα, τέλειος, δεν μπορεί να πιστέψει ότι έχει εμπνεύσει τόση αγάπη κι έρωτα σε έναν άλλον. Αλλά για να το πάμε και αντίστροφα, σκέψου πόσο γαμάτος είμαι κι εγώ για να μένει ο κόμματος μαζί μου.

Φτάνοντας στο σήμερα, έχω χαρτί απόλυσης φρεσκότατο, αύριο αρχίζω δουλειά. Όλα μου πάνε καλά, αλλά ξέρεις, αν έχεις ανησυχίες γενικώς ως άνθρωπος, θα ανησυχείς παντός καιρού. Οπότε σου παραθέτω τους προβληματισμούς ενός τυχερού ανήσυχου ανθρώπου.

Πάντα στόχος μου ήταν να φύγω από το σπίτι μου, να γίνω άνθρωπος του κόσμου, να δω μέρη και να αποδείξω στον εαυτό μου ότι είμαι για μεγάλα πράγματα στα εξωτερικά. Τώρα, ποιος μου το έβαλε αυτό στο μυαλό είναι καλή απορία, αλλά και να το απαντήσουμε δεν κερδίζουμε κάτι. Από την άλλη, την πόλη μου πάντα τη λάτρευα, και πάντα με έλκυε μία ήρεμη ζωή χωρίς άγχος και λοιπά. Καταλαβαίνεις βλαμμένε μου αναγνώστη πως αυτά τα δύο συγκρούονται, έτσι; Δεν είναι πως τώρα είμαι σε δίλλημα, δεν νιώθω μπερδεμένος. Απλώς χρυσώνω κι εγώ λίγο το χάπι τώρα, για να σιγουρευτώ πως σε μερικά χρόνια δεν θα έχω απωθημένα. Αν είσαι σωστός, θα μου πεις στο σχόλιό σου πως δεν είναι τρόπος αυτός πανάθλιε μπλογκερίστα να μην έχεις απωθημένα. Θα μου πεις πως αν δεν το ζήσεις αυτό που θες, όσο και χρυσό το χάπι, εξίσου τεράστιο το απωθημένο.

Στο στρατό διάβασα 25 βιβλία, μετρημένα. Δεν είχα σκοπό ρε βλαμμένε να διαβάσω τόσα βιβλία, έτυχε να είναι τόσα. Το έψαξα πολύ, μονάχος μου,κυρίως με την παρεα του Γιάλομ, της Μαλβίνας, του Όσκαρ Γουάιλντ και της Τζέην Ώστεν. Έχοντας εννιά μήνες σχεδόν στη διάθεσή μου να φιλοσοφήσω λίγο παραπάνω τί είναι αυτό που θέλω κατέληξα στο εξής.

Όλοι θέλουν να πιστεύουν πως έχουν βρει την άκρη στη ζωή τους, ότι ξέρουν τί είναι αυτό που θέλουν στη ζωή τους. Κι όλοι πλανώνται πλάνη οικτρά, πράγματι, κι εγώ μαζί. Θέλω να πιστεύω πως για να το μάθει κανείς αυτό, πρέπει να το φιλοσοφήσει λίγο το ζήτημα (πολλή φιλοσοφία..), κι αν εγώ αποφάσιζα εγώ να γίνω άνθρωπος καριέρας μάλλον θα είχα διαφορετικό δρόμο επιλέξει. Γιατί, αντί να διαβάζω Μαλβίνα και Γουάιλντ, θα διάβαζα για project management ή φωτοβολταικά. Η επιλογή μου δηλαδή έχει ήδη γίνει.

Πότε σταματάει κανείς να αναρωτιέται «τί θα είχε γίνει αν»; Αυτό είναι που φοβάμαι. Αυτό που φοβούνται άλλοι (για μένα ή γι’ αυτούς; ) είναι ο συμβατικός άνθρωπος που πάει στη δουλεια του με τη γραβάτα του, γυρνάει σπίτι του με τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του, παραγωγικότης μηδέν. Ό,τι κράζει ο μπουκόφσκι κι η μαλβίνα και ο όσκαρ μου, αυτό. Είναι το τελευταίο που φοβάμαι. Στα μάτια τους μάλλον έτσι θα γίνω, αλλά ποσώς με ενδιαφέρει κι έτσι θα έπρεπε να είναι νομίζω. Αν είναι να ζεις αντισυμβατική ζωή από υποχρέωση προς την αντισυμβατικότητα το έχεις χάσει το παιχνίδι, δεν θα είσαι ευτυχισμένος.

Αύριο αρχίζω δουλειά, κι έχω άγχος να αποδείξω την αξία μου. Ποια αξία δηλαδή; Ούτε εγώ δεν την ξέρω. Μάλλον λοιπόν, πρέπει να το παραφράσω. Θέλω να δω ποια είναι η αξία μου, μιας και ούτε εγώ την ξέρω. Κι αν είναι μικρή; Ας μη γελιόμαστε, εγώ είμαι τεράστιος, θα γίνω απολύτως αναγκαίος εκεί μέσα και θα μου πουν απο βδομάδα πως άνοιξε η θέση του υποδιευθυντή, σε παρακαλώ πάρ’ την εσύ, κάνε το ψυχικό.

Όλο κάτι με τρώει και δε με αφήνει να ησυχάσω. Όσο καλά και να μου πάει, πάντα κάτι θα με τρώει. Καταδίκη είναι άξουαλι αυτό το πράμα. Περνάω καλά όμως, το νιώθω πως όλα θα μου πάνε καλά. Φτου κακά στο στόμα μου.

Φουρέιρα και ξερό ψωμί!

 

Ο στρατός αποτελεί το τρισμέγιστο κοινωνικό πείραμα. Είναι τόσες οι παρατηρήσεις που έχω κάνει που θα μπορούσα να γράψω σελίδες ικανες για έκδοση δύο βιβλίων: ένα επιστημονικό για την φθίνουσα πορεία του ανθρώπινου είδους κι ένα αυτοβιογραφικό για το πως σε αλλάζει μία τέτοια εμπειρία. Αλλά, εστιάζοντας στο κοινωνικό της υπόθεσης έχω να πω μερικά πράγματα σε σένα πανίβλακα αναγνώστη.

Η αυξημένη νοημοσύνη μου μου επιτρέπει να σκέφτομαι τα δικά μου αλλά να παρατηρώ ταυτόχρονα τους ανθρώπους γύρω μου. Η κατάσταση εδώ είναι όπως στις γειτονιές των γιαγιάδων μας, όπου αντί του «Τί μαγείρεψε η Μαρίκα σήμερα το μεσημέρι;» επικρατούν ερωτήματα του τύπου «πώς έχει αυτό το πόστο ο Χ;», και «γιατί να έχει έξοδο αυτός;» και τέτοια. Αρχικά, όταν παρουσιάστηκα, είχα την ευλογία να γνωρίσω ντόμπρα άτομα, με τα οποία υπήρχε μία αλληλεγγύη και μία έκδηλη επιθυμία να γνωριστείς με τον άλλον. Εδώ που έχω καταλήξει υπάρχει ένα αγνό συναίσθημα επίδειξης και κουτσομπολιού, όπως αυτό που έχει η Σμαρούλα από το χωριό όταν δημιουργεί το δαντελένιο αριστούργημά της με κίνητρο να νικήσει την ζηλιάρα και κουτσομπόλα γειτόνισα Κρινιώ από απέναντι. Αλλά αυτό που παρατηρώ και με ενοχλεί περισσότερο είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος για τον διπλανό σου. Κοιμόμαστε σε απόσταση <1 μέτρου, τρώμε τα ίδια σκατά στη μάπα, και δεν ξέρεις τίποτα για μένα, και ξέρω τα πάντα για σένα. Μπορεί με αυτόν τον τρόπο να εκδηλώνω την ματαιόδοξη πλευρά μου. Θα περάσω ο σούπερσταρ από το στρατό και θα έχω αγγίξει μόνο μία ψυχή που λέει αυτός που είπε αυτήν την πρόταση. Έχω μάθει τόσα πράγματα για τους περισσότερους, αλλά κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μάθει εμένα, πέρα από 1-2 φωτεινά αντιπαραδείγματα. Δεν είναι ότι έχω ανάγκη να με μάθουν, ούτε ότι μου αρέσει η εικόνα του μυστηριώδους φαντάρου. Πολλά κιλά εγωπάθειας στο στρατόπεδο, κι έχω αρχίσει να αποξενώνομαι σιγά σιγά. Μαθαίνω πως όταν πίνουν αναφέρουν το όνομά μου, και το συνοδεύουν με κακές λέξεις. Αυτό το έχω ξαναζήσει, για την ακρίβεια τα σχολικά μου χρόνια τα βίωσα σε τέτοιες συνθήκες και να που τώρα η ιστορία επαναλαμβάνεται.

117 μέρες από τις οποίες κατ’ ελάχιστον οι 44 είναι άδεια. Περνάει ο καιρός και μαζί του περνάει και ο κόσμος. Μου λείπουν οι άνθρωποί μου πολύ, θα ήθελα πολύ να μπορώ να τους λέω καθημερινά τις σκέψεις που κάνω αλλά είναι τόσο μαύρες που αποφασίζω να μην πάρω καν τηλέφωνο. Ο κόσμος έξω συνεχίζει τη ζωή του, η Ε. παντρεύτηκε χτες, σε κάποιους μήνες θα γεννήσει. Η Μ. μόλις χώρισε και σε κάποιους μήνες θα είναι σε ένα νέο ξεκίνημα. Ο θόγια είναι ακόμα σε συναισθηματική νάρκη και δε μπορεί να νιώσει τίποτα από όλα αυτά. Νιώθει μόνο πως σε μερικούς μήνες θα συνεχίσει να μη νιώθει τίποτα.

Από την άλλη, είναι άνθρωποι εδώ που με κάνουν να γελάω (εν αγνοία τους). Από τον στρατιώτη που με ρώτησε αν έχω μηχάνημα φαξ για να του στείλει ο πατέρας του 150 ευρώ (!!!?!?!?!?! WTF) μέχρι την εποπίνα που κάνει 3 ώρες διαλογισμό τη μέρα αλλά τώρα τελευταία έχει φάει «μπλοκαρίσματα ρε γαμώτη». Αλλά τί να σου κάνει ακόμα και η προφανής βλακεία; Κάποια στιγμή τη βαριέσαι κι αυτήν.

Δε μπότομ λάιν που λένε και στην Κρήτη γλυκέ μου αναγνώστη, είναι ότι δεν εκφράζομαι. Η ζαργάνα έχει δει αλλαγές σε μένα, είμαι πιο αμίλητος, είμαι πιο σκεπτικός λέει, αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι στον έλεγχό μου. Αυτά που ξέρω πως νιώθω, σταμάτησα πια να τα εκφράζω, αλλά και όταν τα εκφράζω είναι μια ξύλινη έκφραση που μόνο θυμίζει τον παθιασμένο μου εαυτό. Την ώρα που νιώθω, οι λέξεις δεν φτάνουν από το μυαλό στο στόμα, οπότε καταλήγω να δίνω τις ανέλπιστα ερωτικές απαντήσεις του τύπου «κι εγώ», «κι εμένα», «ε ναι, αφού το ξέρεις». Πόσο ακόμα θα αντέξει η ζαργάνα λοιπόν; Εν τω μεταξύ, όλο αυτό το καταπιεσμένο συναίσθημα με έχει κάνει υπερβολικά ευσυγκίνητο, τόσο που κλαίω κρυφά με λυγμούς με ένα λάθος τηλεφώνημα μίας γριούλας που λέει χρόνια πολλά στον χρηστάκη της στον τηλεφωνητή μου, μέχρι το σκυλάκι που πέθανε έξω από το θάλαμο, μέχρι το σπάνιο «μου λείπεις» που είπα αλλά ο αποδέκτης δεν αντιλήφθηκε την ένταση και την αυθεντικότητά του.

Το μόνο που μου μένει είναι η κλισέ διαγραφή υπηρετίσιμων ημερών, και η Φουρέιρα. Θα επιβιώσω.