Μπύρα και ντεπόν

PP31802-EU

Δεν είναι όλα όπως θα έπρεπε. Αλλιώς τα είχα φανταστεί. Ένα δίπλωμα στο χέρι, μία άδεια άσκησης, ένα μεταπτυχιακό που θα γίνεται για τα επόμενα δύο χρόνια. Αυτά αλλιώς τα ζούσα στο μυαλό μου πριν τα αποκτήσω. Και τώρα κάθομαι στο κρεββάτι με ένα λάπτοπ που δεν είναι δικό μου, μία μπύρα στο κομοδίνο, ακριβώς δίπλα από το θερμόμετρο που δείχνει 38.

Μετά από ένα μήνα και κάτι έχω τελικά ελεύθερο χρόνο. Και επέλεξα να αρρωστήσω. Νομίζω χρειαζόμουν εδώ και 3-4 μήνες ένα καλό φορμάτ.

Κάθε χρόνο ο Σεπτέμβρης ήταν από τους καλύτερους μήνες μου. Ό,τι για τους άλλους είναι η αρχή του χρόνου εγώ το βρίσκω στο Σεπτέμβρη. Μία αισιοδοξία βλακώδης, στόχοι για την σεζόν που θα μπει και θα πρωταγωνιστήσω και φέτος. Κάθε χρόνο. Εκτός από φέτος. Η αναισθησία που εκ των πραγμάτων αποκτάς τις μέρες που τελειώνεις τη σχολή φεύγει, και τώρα δεν έχω ούτε καν αυτό. Ούτε καν το μούδιασμα. Θα έπρεπε να είμαι ευγνώμων ή κάτι τέτοιο φαντάζομαι που όλα πάνε τόσο καλά, αυτό που κάνω είναι αχαριστία μπλα μπλα. Δεν είναι σαφώς το πτυχίο που με ρίχνει, σοβαρέψου βλαμμένε αναγνώστη. Ούτε τρέχει κάτι με τη ζαργάνα. Ούτε τσακώθηκα με κανέναν, κι η υγεία δεν έχει πρόβλημα. Και μπήκε φθινόπωρο.

Κάθε χρόνο ο Οκτώβρης ήταν από τους χειρότερους μήνες. Οι στόχοι που έκανα τον προηγούμενο μήνα εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν ούτε στα πιο τρελά όνειρά μου να πραγματοποιηθούν, μία μικρή απογοήτευση όλος ο μήνας. Έτσι και φέτος.

Έχω πάρει πολύ καιρό απόφαση ότι είμαι σχεδόν αντικοινωνικός. Απλώς είμαι πάρα πολύ όμορφος και συνήθως αυτά τα δύο δεν πάνε μαζί.

Όταν ήμουν μικρός έπαιζα ένα παιχνίδι. Σχεδόν αρρωστημένο, σπασικλέ και δεν ξέρω ‘γω τί άλλο. Όταν έπρεπε να πάω κάπου, όπως ας πούμε στο περίπτερο της γειτονιάς, ή στο σούπερμάρκετ, μετρούσα βήματα. Μεγαλώνοντας έγιναν δύο πράγματα. Σε πρώτη φάση, άρχισα να μετράω μεγαλύτερες αποστάσεις, όπως απόσταση μέχρι το σχολείο, μέχρι το φροντιστήριο και πάει λέγοντας. Σε κάποια φάση πήρα κινητό με μουσική και ξεχνιόμουν. Που με φέρνει στο δεύτερο: Παρόλο που άκουγα μουσική, ενώ δηλαδή ήμουν απασχολημένος στο να μαθαίνω στίχους απ’έξω και να προσπαθώ να ταυτιστώ με ότι μαλακία έπαιζε ο love radio, όταν τελικά έβγαζα τα ακουστικά αυτόματα άρχιζα το μέτρημα σαν να μην είχα σταματήσει ποτέ. Έτσι, χωρίς να μετράω από την αρχή, με το που έβγαζα τα ακουστικά μου έλεγα από μέσα μου: «113, 114, 115…» μέχρι να φτάσω. Ακόμα το κάνω. Και συνειδητοποιώ ότι είναι ένα μόνιμο άγχος και αυτό. Αλλά όλη αυτή η παράγραφος είναι μία άχρηστη πληροφορία.

Παρόλα αυτά, σε ετούτο εδώ το μπλογκ όλα που γράφονται κρύβουν κάποιο νόημα. ΣΛΑΠ. Η παραπάνω παράγραφος υπάρχει για να μου δώσει πάσα στο εξής βαθυστόχαστο (αποτυχημένη προσπάθεια του συγγραφέος να γίνει δραματικός): Μετράω τον 5ο άνθρωπο που εγκαταλείπω επειδή είναι βλαμμένος. Κακή συμπεριφορά και τα λοιπά, μην τα ξαναλέμε. Κι όσο βλαμμένος και να είναι, εγώ πάντα επηρεάζομαι, σαν να μην το έχω ζήσει ποτέ. Όπως όταν αποχαιρετάω τη ζαργάνα. Είναι κάτι που δεν το συνηθίζεις, το ζεις πάντα όπως την πρώτη φορά. Τελικά υπάρχουν μέρες που απλώς συνεχίζω τη ζωή μου μέχρι να συνεχίσω το μέτρημα από εκεί που είχα μείνει στους αποχαιρετισμούς, στους ανθρώπους, και άλλα τέτοια μελό. Γιατί πέρα από όλα τα υπόλοιπα, είμαι και ευαίσθητος.

Όταν λέω ότι συνεχίζω τη ζωή μου, εννοώ ότι ζω χωρίς να σκέφτομαι ότι γίναν αυτά. Κάνω παύση στο μέτρημα μέχρι να ξαναρχίσω. Αλλά μερικές φορές απλώς σου σκάει. Η ζαργάνα είναι μακρυά, εκείνος είναι βλαμμένος. ξαφνικά όλα, η απόσταση, η φίλη, όλα όσα μπλόκαρες τώρα έρχονται ξανά. και θες να πιεις. Και μερικές φορές αυτό θεωρείται αχαριστία αγαπητέ, οπότε να προσέχεις πως εκφράζεσαι. Είναι κάποια πράγματα που οι άλλοι δεν θα μάθουν ποτέ.

Προφανώς, αυτό που δεν είμαι πια είναι αστείος. Όταν άρχισα να γράφω εδώ μέσα το έκανα με όρεξη, είχα αστεία να πω, να μιλήσω για γκόμενες που με κοιτάνε και τέτοια κουλά. Τώρα απλώς γράφω και φοβάμαι να μπω να διαβάσω γιατί μαυρίζει η ψυχή μου. Δεν είναι μόνο αυτά που γράφω, είναι και ο τρόπος που χρησιμοποιώ το ταλέντο μου για να τα πω που συγκλονίζει. Πρέπει να ξέρεις που να σταματάς. Κι εγώ δεν ξέρω. Οπότε πάω για τρίτη σεζόν. Συλλεκτική.

Τώρα ξέρω ότι πρέπει να σταματήσω. Κάθε τζούρα και χάνω ένα χτύπο, πρέπει να ξαπλώσω, να πιω τη μπυρίτσα μου με ένα δεύτερο τσιγάρο, αφού βάλω το καπέλο  μου τύπου 1930’s και φανταστώ ασπρόμαυρη σκηνοθεσία με το can’t lose what you never had από muddy waters. Γιατί πάνω απ’όλα είμαι το A-male ακόμα και άρρωστος.

ΥΓ: Μία μπύρα που κοστίζει 55 λεπτά είναι πάντα ένα ρίσκο.
ΥΓ2: Όχι, δεν είμαι ντίβα,  τα σχόλια θα τα απαντήσω κάποια στιγμή.